ανάκρασις


ανάκρασις
ἀνάκρασις (-εως), η (Α)
[ἀνακεράννυμι]
ανάμιξη, ανακάτωμα, συγκερασμός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀνάκρασις — ἀνάκρᾱσις , ἀνάκρασις mixing with others fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακράσει — ἀνακρά̱σει , ἀνάκρασις mixing with others fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀνακρά̱σεϊ , ἀνάκρασις mixing with others fem dat sg (epic) ἀνακρά̱σει , ἀνάκρασις mixing with others fem dat sg (attic ionic) ἀνακράζω cry out aor subj act 3rd sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακράσεις — ἀνακρά̱σεις , ἀνάκρασις mixing with others fem nom/voc pl (attic epic) ἀνακρά̱σεις , ἀνάκρασις mixing with others fem nom/acc pl (attic) ἀνακράζω cry out aor subj act 2nd sg (epic) ἀνακράζω cry out fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακεράννυμι — ἀνακεράννυμι και ύω (Α) 1. κάνω ανάμιξη, ανακατώνω ξανά 2. συνδέω, ενώνω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀνα * + κεράννυμι, ύω «αναμιγνύω, συνενώνω». ΠΑΡ. αρχ. ἀνάκρασις] …   Dictionary of Greek

  • ἀνακράσεων — ἀνακρά̱σεω̆ν , ἀνάκρασις mixing with others fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακράσεως — ἀνακρά̱σεω̆ς , ἀνάκρασις mixing with others fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνάκρασιν — ἀνάκρᾱσιν , ἀνάκρασις mixing with others fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ВОПЛОЩЕНИЕ — [греч. ἐνσάρκωσις, лат. incarnatio], ключевое событие истории спасения, состоящее в том, что предвечное Слово (Логос), Сын Божий, Второе Лицо Пресв. Троицы, восприняло человеческую природу. Вера в факт В. служит основанием христ. исповедания… …   Православная энциклопедия